Μετάφραση του "polmone" σε Ελληνικά
Οι πνεύμονας, Πνεύμονας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "polmone" σε Ελληνικά.
polmone
noun
masculine
γραμματική
Organo biologico, che estrae ossigeno dall'aria.
-
πνεύμονας
noun masculineOrgano biologico, che estrae ossigeno dall'aria.
La marijuana spiega l'alto livello di acidi carbossilici, i polmoni opachi e l'euforia.
Η μαριχουάνα εξηγεί το ανεβασμένο καρβοξύλιο, τους θολωμένους πνεύμονες και την ευτυχία.
-
Πνεύμονας
Organo essenziale per la respirazione in molti esseri viventi
I polmoni e il cuore andranno al Portland Medical Center.
Πνεύμονες και καρδιά πάνε στο Ιατρικό Κέντρο τού Πόρτλαντ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " polmone " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "polmone"
Φράσεις παρόμοιες με "polmone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θώρακας · στέρνο · στήθος
-
Καρκίνος του πνεύμονα · καρκίνος του πνεύμονα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη