Μετάφραση του "popolo" σε Ελληνικά

Οι έθνος, λαός, κόσμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "popolo" σε Ελληνικά.

popolo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έθνος

    noun neuter

    E'incredibile come un popolo possa essersi comportato in questo modo.

    Είναι αδύνατο για ένα έθνος να συγχωρήσει κάποτε μια πράξη τόσο φρικτή.

  • λαός

    noun masculine

    insieme delle persone fisiche che sono in rapporto di cittadinanza con uno Stato

    Voce di popolo, voce di Dio.

    Φωνή λαού - φωνή Θεού.

  • κόσμος

    noun masculine

    E in quei mesi, condurro'il popolo alla salvezza.

    Kαι σ'αυτό το διάστημα θα οδηγήσω τον κόσμο στη σωτηρία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άνθρωποι
    • πληθυσμός
    • μάζες
    • Λάος
    • όχλος
    • μάζα
    • σώμα πολιτών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " popolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "popolo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "popolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη