Μετάφραση του "portico" σε Ελληνικά

Το είσοδος είναι η μετάφραση του "portico" σε Ελληνικά.

portico noun masculine γραμματική

Struttura architettonica semiaperta di grandi dimensioni di cui almeno un lato è costituito da una serie di colonne.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • είσοδος

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " portico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "portico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη