Μετάφραση του "possessione" σε Ελληνικά

Το Δαιμονισμός είναι η μετάφραση του "possessione" σε Ελληνικά.

possessione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δαιμονισμός

    condizione psicofisica in cui una persona viene considerata abitata da un essere soprannaturale

    Lemond ha usato la parola " possessione " come metafora.

    Ο Λίνμαν χρησιμοποιούσε τη λέξη " δαιμονισμός " μεταφορικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " possessione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "possessione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη