Μετάφραση του "potere" σε Ελληνικά

Οι μπορώ, επιρροή, δύναμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "potere" σε Ελληνικά.

potere verb noun masculine γραμματική

Aver il permesso di. Usato per dare un permesso e nelle domande nelle quali si fa una richiesta in modo gentile. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπορώ

    verb

    Non posso fare rumore. Il bambino sta dormendo.

    Δεν μπορώ να κάνω θόρυβο. Το μωρό κοιμάται.

  • επιρροή

    noun feminine

    Non possiamo che rallegrarcene, riconoscendo che l'impatto di questo regolamento varierà secondo la prassi degli Stati membri.

    Με ικανοποίηση αναγνωρίζουμε ότι η επιρροή αυτού του κανονισμού θα ποικίλλει ανάλογα με την τακτική των κρατών μελών.

  • δύναμη

    noun feminine

    Il sapere è il potere.

    Η γνώση είναι δύναμη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιτρέπεται
    • δύναμαι
    • εξουσία
    • δυνατότητα
    • ικανότητα
    • δυναμικότητα
    • Εξουσία
    • διοίκηση
    • επιτηδειότητα
    • κονσερβοποιώ
    • δεξιότητα
    • δημόσιο αξίωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " potere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "potere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "potere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη