Μετάφραση του "precipizio" σε Ελληνικά

Οι γκρεμός, βάραθρο, χαράδρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "precipizio" σε Ελληνικά.

precipizio noun masculine γραμματική

Luogo irto e periglioso nel quale si rischia di precipitare.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκρεμός

    noun masculine

    Quel precipizio ci condurra'verso lo stesso posto in cui ha condotto Barbie, la morte!

    Αυτός ο γκρεμός οδηγεί όπου οδήγησε και τον Μπάρμπι: στο θάνατο μας.

  • βάραθρο

    noun neuter

    La bestia e'caduta in un precipizio.

    Το θηρίο έπεσε σε ένα βάραθρο.

  • χαράδρα

    noun feminine

    C'è un precipizio dall'altra parte.

    Υπάρχει μια χαράδρα στην άλλη πλευρά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χάσμα
    • κρημνός
    • απότομος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " precipizio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "precipizio"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "precipizio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη