Μετάφραση του "prelievo" σε Ελληνικά

Οι απόσυρση, συλλογή φόρων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prelievo" σε Ελληνικά.

prelievo noun masculine γραμματική

Il ritirare e il portare qualcosa da un posto ad un altro.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόσυρση

    noun feminine

    Le domande di prelievo devono essere trasmesse senza indugio alla Commissione indicando la data di accettazione delle dichiarazioni.

    Οι αιτήσεις για απόσυρση που φέρουν την ημερομηνία αποδοχής των διασαφήσεων διαβιβάζονται αμέσως στην Επιτροπή.

  • συλλογή φόρων

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prelievo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prelievo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prelievo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη