Μετάφραση του "prendere" σε Ελληνικά

Οι παίρνω, αιχμαλωτίζω, αρπάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prendere" σε Ελληνικά.

prendere verb γραμματική

Entrare in possesso. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παίρνω

    verb

    Afferrare e portare a sé.

    Tom ha preso un antidolorifico.

    Ο Τομ πήρε ένα παυσίπονο.

  • αιχμαλωτίζω

    verb

    Due Marine erano stati presi dal nemico e... non diro'piu'di questo.

    Δύο πεζοναύτες αιχμαλωτίστηκαν από τους εχθρούς και δεν θα πω τίποτα παραπάνω.

  • αρπάζω

    verb

    Io lo prendo e lo spingo con forza, e lui cade dalle scale.

    Τον αρπάζω και τον σπρώχνω απότομα, και πέφτει από τις σκάλες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λαμβάνω
    • πιάνω
    • φέρνω
    • αποκτώ
    • καταλαμβάνω
    • απομόνωση
    • βρίσκω
    • αγοράζω
    • προλαβαίνω
    • εκλαμβάνω
    • προσλαμβάνω
    • καταναλώνω
    • συγκρατώ
    • κομίζω
    • κολλώ
    • μαγγώνω
    • αναχαιτίζω
    • δανείζομαι
    • συμπεριφέρομαι
    • φέρομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prendere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "prendere"

Φράσεις παρόμοιες με "prendere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prendere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη