Μετάφραση του "pretesto" σε Ελληνικά
Οι δικαιολογία, η πρόφαση, το πρόσχημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pretesto" σε Ελληνικά.
pretesto
noun
masculine
γραμματική
-
δικαιολογία
noun feminineE questo tipo di pazzi non hanno motivo o pretesto per vivere.
Και τέτοιου είδους τρελός δεν έχει λόγο ή δικαιολογία να ζει.
-
η πρόφαση
Venivano sollevate argomentazioni giuridiche che adducevano a pretesto il principio di sussidiarietà.
Προβάλονταν νομικά επιχειρήματα, με την πρόφαση της αρχής της επικουρικότητας.
-
το πρόσχημα
Impiegando le norme di trasparenza quale pretesto, la relazione cerca di nascondere l'intervento diretto dei monopoli.
Mε το πρόσχημα των κανόνων διαφάνειας η Έκθεση προσπαθεί να εξωραΐσει την άμεση παρέμβαση των μονοπωλίων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pretesto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη