Μετάφραση του "prima" σε Ελληνικά

Οι πρώτος, πριν, πρώτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prima" σε Ελληνικά.

prima adjective noun adverb feminine γραμματική

Davanti, secondo il sistema d'ordine. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρώτος

    noun masculine

    Senza predecessore. Numero ordinale corrispondente a "uno".

    Gennaio è il primo mese dell'anno.

    Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του χρόνου.

  • πριν

    adverb

    Tom è morto prima che suo figlio nascesse.

    Ο Τομ πέθανε, πριν γεννηθεί ο γιος του.

  • πρώτα

    adverb masculine

    Mi sono innamorato di lei al primo sguardo.

    Την ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατ' αρχάς
    • προτού
    • πρωτίστως
    • πρεμιέρα
    • πρώτη
    • πρώτη θέση
    • πρώτο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prima " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prima" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prima" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη