Μετάφραση του "principio" σε Ελληνικά

Οι αρχή, έναρξη, κανόνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "principio" σε Ελληνικά.

principio noun verb masculine γραμματική

L'inizio di una attività o evento.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχή

    noun feminine

    κανόνας που πρέπει να ακολουθείται ή είναι αναπόφευκτη συνέπεια από κάτι, όπως νόμοι που παρατηρούνται στη φύση

    Vi propongo soltanto di affermare che questo principio può applicarsi in un caso del genere .

    Προτείνω απλώς στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι μια τέτοια αρχή μπορεί να τύχει εφαρμογής σε παρόμοια περίπτωση.

  • έναρξη

    noun feminine

    L'inizio di una attività o evento.

    In linea di principio, un’impresa viene considerata di recente costituzione nel corso dei primi tre anni dall’avvio dell’attività nel settore interessato.

    Μια επιχείρηση θεωρείται καταρχήν νεοσύστατη κατά την πρώτη τριετία μετά την έναρξη λειτουργίας στον σχετικό τομέα δραστηριοτήτων.

  • κανόνας

    noun masculine

    In linea di principio, si presuppone che le società di capitali svolgano attività produttiva.

    Οι κεφαλαιουχικές εταιρείες τεκμαίρεται κατά κανόνα ότι ασκούν εμπορική δραστηριότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχές
    • δόγμα
    • εισαγωγή
    • διαταγή
    • εκκίνηση
    • εντολή
    • ηθικός κανόνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " principio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "principio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "principio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη