Μετάφραση του "prisma" σε Ελληνικά

Οι πρίσμα, Πρίσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prisma" σε Ελληνικά.

prisma noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρίσμα

    noun neuter

    Siamo inclini a vedere le nostre disavventure attraverso il prisma distorto del pessimismo.

    Έχουμε την τάση να βλέπουμε τις προσωπικές μας ατυχίες μέσω του διαστρεβλωμένου πρίσματος της απαισιοδοξίας.

  • Πρίσμα

    Figura geometrica tridimensionale

    Pensavamo di averlo fermato con il " prisma dell'aurora ".

    Νομίζαμε ότι τον σταματήσαμε με το Πρίσμα της Χαραυγής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prisma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prisma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη