Μετάφραση του "produrre" σε Ελληνικά

Οι παράγω, κατασκευάζω, προσκομίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "produrre" σε Ελληνικά.

produrre verb γραμματική

Creare qualcosa o fare un lavoro, dal quale nasce qualcosa; costruire qualcosa; produrre qualcosa; provvedere che qualcosa vada avanti. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράγω

    verb

    e) gli alimenti prodotti a partire da colture in conversione contengono unicamente un ingrediente vegetale di origine agricola.

    ε) τα τρόφιμα που παράγονται από τις καλλιέργειες σε φάση μετατροπής περιέχουν μόνο ένα φυτικό συστατικό γεωργικής προέλευσης.

  • κατασκευάζω

    verb

    Il gruppo progetta, produce ed installa aerogeneratori a livello mondiale.

    Ο όμιλος σχεδιάζει, κατασκευάζει και εγκαθιστά αεροστρόβιλους σε ολόκληρο τον κόσμο.

  • προσκομίζω

    verb

    La Commissione avrebbe dovuto produrre prove concrete di tale influenza sfavorevole.

    Η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε προσκομίσει συγκεκριμένες αποδείξεις όσον αφορά τις εν λόγω αρνητικές επιπτώσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φτιάχνω
    • προκαλώ
    • δημιουργώ
    • μπορώ
    • αποδίδω
    • παρουσιάζω
    • γεννώ
    • κάνω
    • γίνομαι
    • παραθέτω
    • δημιουργούμαι
    • κατασκευάζομαι
    • παράγομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " produrre " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "produrre" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "produrre" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη