Μετάφραση του "proibito" σε Ελληνικά

Οι απαγορευμένος, άνομος, έκνομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proibito" σε Ελληνικά.

proibito adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαγορευμένος

    D'altra parte, bombardare le città era considerato proibito.

    Από την άλλη μεριά, ο βομβαρδισμός πόλεων εθεωρείτο απαγορευμένος.

  • άνομος

    adjective
  • έκνομος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proibito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "proibito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proibito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη