Μετάφραση του "propenso" σε Ελληνικά

Το κεκλιμένος είναι η μετάφραση του "propenso" σε Ελληνικά.

propenso adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεκλιμένος

    Nonostante ciò, sarei propenso a ritenere che così avvenga nel caso di specie.

    Παρά ταύτα, πάντως, κλίνω υπέρ της απόψεως ότι θα μπορούσε να το πράξει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " propenso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "propenso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη