Μετάφραση του "proprietario" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτήτης, σπιτονοικοκύρης, κάτοχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proprietario" σε Ελληνικά.

proprietario noun masculine γραμματική

Colui che possiede. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτήτης

    noun masculine

    αυτός στον οποίο ανήκει κάτι [..]

    Il proprietario dice che vari promoter l'hanno affittato una volta in un mese.

    Ο ιδιοκτήτης λέει ότι το νοίκιαζαν μια φορά το μήνα διάφοροι παραγωγοί.

  • σπιτονοικοκύρης

    noun

    Persona che possiede e affitta proprietà, quali un terreno, una casa, un appartamento o un condominio.

    Il proprietario e'dei nostri, troverete la porta aperta.

    Ο σπιτονοικοκύρης του είναι μαζί μας, οπότε η πόρτα του θα'ναι ανοιχτή.

  • κάτοχος

    noun masculine

    Una descrizione delle modalità secondo le quali il costruttore informerà i proprietari dei veicoli.

    Περιγραφή της μεθόδου με την οποία ο κατασκευαστής θα ενημερώσει τους κατόχους οχημάτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κύριος
    • ιδιοκτήτρια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proprietario " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "proprietario" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proprietario" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη