Μετάφραση του "puerpera" σε Ελληνικά
Το λεχώνα είναι η μετάφραση του "puerpera" σε Ελληνικά.
puerpera
noun
feminine
γραμματική
-
λεχώνα
noun femininea) a quali rischi la lavoratrice gestante o puerpera o in periodo di allattamento si trova esposta
α) τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται η έγκυος, η λεχώνα, ή η γαλουχούσα εργαζομένη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " puerpera " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη