Μετάφραση του "pulpito" σε Ελληνικά

Οι άμβωνας, Άμβωνας, βήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pulpito" σε Ελληνικά.

pulpito noun masculine γραμματική

Piattaforma sopraelevata per le prediche nelle antiche chiese cristiane. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμβωνας

    noun masculine

    Billy merita un pulpito che non possa essere ripiegato e rimesso sul furgone.

    Στον Μπίλι δεν αξίζει ένας άμβωνας που διπλώνεται και τον φορτώνεις στην καρότσα.

  • Άμβωνας

    Billy merita un pulpito che non possa essere ripiegato e rimesso sul furgone.

    Στον Μπίλι δεν αξίζει ένας άμβωνας που διπλώνεται και τον φορτώνεις στην καρότσα.

  • βήμα

    noun

    Stando in Campidoglio, come Vicepresidente, avrà un pulpito pubblico per screditare ogni vostra mossa.

    Ως Αντιπρόεδρος, θα έχει δημόσιο βήμα για να σας δυσφημεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pulpito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pulpito"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pulpito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη