Μετάφραση του "purezza" σε Ελληνικά
Οι αγνότητα, καθαριότητα, καθαρότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "purezza" σε Ελληνικά.
purezza
noun
feminine
γραμματική
-
αγνότητα
noun feminineEssere circondato da tanta purezza induce in tentazione.
Θα πρέπει να είναι δελεαστικό να σε περιτριγυρίζει τόση αγνότητα.
-
καθαριότητα
nounA questo punto prendiamo in esame il quarto aspetto, la purezza fisica.
Ας εξετάσουμε εδώ την τέταρτη πτυχή—τη σωματική καθαριότητα.
-
καθαρότητα
feminineA tale scopo la ricorrente necessita di calcio che possieda un livello di purezza assai elevato.
Για τον σκοπό αυτό, η προσφεύγουσα έχει ανάγκη ασβεστίου υψηλού βαθμού καθαρότητας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " purezza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη