Μετάφραση του "raccolta" σε Ελληνικά

Οι συλλογή, περισυλλογή, βιβλιοθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raccolta" σε Ελληνικά.

raccolta adjective noun verb feminine γραμματική

l'atto del raccogliere. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συλλογή

    noun feminine

    Dispositivi di raccolta delle acque oleose e degli oli usati

    Εγκαταστάσεις για τη συλλογή απόνερων ανακατεμένων με λάδια και χρησιμοποιημένων ελαίων

  • περισυλλογή

    noun

    I comuni devono procedere alla designazione di un ente incaricato di tale raccolta.

    Οι δήμοι οφείλουν να ορίσουν έναν φορέα επιφορτισμένο με την περισυλλογή των απορριμμάτων.

  • βιβλιοθήκη

    noun feminine

    I dirigenti delle ausiliarie usano la nuova raccolta degli addestramenti

    Ομάδες βοηθητικών οργανώσεων χρησιμοποιούν τη νέα βιβλιοθήκη εκπαιδεύσεως

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύνολο
    • συνάθροιση
    • συλλογή - μάζεμα
    • σύναξη - συγκέντρωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raccolta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "raccolta"

Φράσεις παρόμοιες με "raccolta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raccolta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη