Μετάφραση του "radon" σε Ελληνικά
Οι ραδόνιο, ραδονιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "radon" σε Ελληνικά.
radon
noun
γραμματική
-
ραδόνιο
noun neuterelemento chimico con numero atomico 86
Saranno valutati i rischi connessi alla presenza di radon nelle abitazioni.
Θα εκτιμηθούν οι κίνδυνοι από το ραδόνιο εντός των κατοικιών.
-
ραδονιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " radon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "radon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διφθοριούχο ραδόνιο
-
Όρμος · καραβοστάσιο · όρμος
-
ραδόνιο
-
ξυρίζομαι · ξυρίζω
-
σπάνια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη