Μετάφραση του "raffermo" σε Ελληνικά

Το μπαγιάτικος είναι η μετάφραση του "raffermo" σε Ελληνικά.

raffermo adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαγιάτικος

    adjective

    Hanno solo caffe'stantio e ciambelle rafferme.

    Το μόνο που είχαν ήταν μπαγιάτικος καφές και περίεργα ντόνατς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raffermo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raffermo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη