Μετάφραση του "raffronto" σε Ελληνικά
Οι σύγκριση, αντιπαράθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raffronto" σε Ελληνικά.
raffronto
noun
verb
masculine
γραμματική
-
σύγκριση
noun feminineViene fornito un raffronto tra i dati contabili e le voci statistiche corrispondenti.
Εν προκειμένω γίνεται σύγκριση μεταξύ των λογιστικών στοιχείων και των αντίστοιχων στατιστικών στοιχείων.
-
αντιπαράθεση
nounD'altro canto, tale progetto raffronta procedure volte ad eliminare le barriere al commercio infracomunitario.
Από την άλλη φέρνει σε αντιπαράθεση διαδικασίες για τη διευθέτηση των περιπτώσεων όπου εμφανίζονται εμπόδια στο διακοινοτικό εμπόριο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " raffronto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "raffronto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγκρίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη