Μετάφραση του "raglio" σε Ελληνικά

Το γκάρισμα είναι η μετάφραση του "raglio" σε Ελληνικά.

raglio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκάρισμα

    noun

    E dei corni valtesi simili al raglio delle belve del pianeta Targhee.

    Συν τα Βαλτεσιανά πνευστά που ακού - γονται σαν γκάρισμα από τέρατα Τάρτζι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raglio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "raglio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raglio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη