Μετάφραση του "raschietto" σε Ελληνικά

Το ξέστρο είναι η μετάφραση του "raschietto" σε Ελληνικά.

raschietto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξέστρο

    noun

    La sospensione di linfonodi nella piastra di Petri dev’essere delicatamente omogeneizzata con il raschietto.

    Το εναιώρημα λεμφοκυττάρων στο τρυβλίο Petri πρέπει να ομοιογενοποιείται ελαφρά με το ξέστρο κυττάρων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raschietto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raschietto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη