Μετάφραση του "realizzare" σε Ελληνικά

Οι πραγματοποιώ, κατορθώνω, εκτελώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "realizzare" σε Ελληνικά.

realizzare verb γραμματική

Soddisfare, realizzare o portare a compimento (un obbligo, una richiesta, ecc.) [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πραγματοποιώ

    verb

    L’applicazione del regime si limita agli investimenti realizzati entro il 31 dicembre 2004.

    Η εφαρμογή του καθεστώτος περιορίζεται σε επενδύσεις που θα πραγματοποιηθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004.

  • κατορθώνω

    verb

    Riuscire a ottenere o accedere a qualcosa (per es. un obiettivo, un traguardo).

    Non abbiamo realizzato tutto ciò che ci eravamo prefissati.

    Δεν έχουμε κατορθώσει όσα είχαμε σκοπό να κάνουμε.

  • εκτελώ

    verb

    Se opportuno, si devono realizzare interventi di igienizzazione pulendo e disinfettando le superfici e le attrezzature.

    Όπου κρίνεται σκόπιμο, θα πρέπει να εκτελούνται εργασίες εξυγίανσης με καθαρισμό και απολύμανση των επιφανειών και του εξοπλισμού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιτυγχάνω
    • υλοποιώ
    • εκπληρώνω
    • αντιλαμβάνομαι
    • σκοράρω
    • κερδίζω
    • βρίσκω
    • καταλαβαίνω
    • κατανοώ
    • πραγματώνω
    • εννοώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " realizzare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "realizzare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "realizzare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη