Μετάφραση του "remo" σε Ελληνικά

Οι κουπί, Ρεμίγηος, Ρέμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "remo" σε Ελληνικά.

remo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουπί

    noun neuter

    strumento utilizzato per lo spostamento in acqua di un natante

    Dovremmo svuotare la barca, o usare qualcosa per remare.

    Θα έπρεπε να τραβάμε κουπί ή να χρησιμοποιήσουμε κάτι άλλο για να κωπηλατήσουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " remo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Remo proper masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρεμίγηος

  • Ρέμος

    masculine

    Ma Remo, che era distratto, mise un piede nel solco.

    Αλλά ο Ρέμος, τον ξεγελάει, και του βάζει τρικλοποδιά.

Φράσεις παρόμοιες με "remo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "remo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη