Μετάφραση του "replica" σε Ελληνικά
Οι απάντηση, αντίγραφο, επανάληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "replica" σε Ελληνικά.
replica
noun
verb
feminine
γραμματική
Affermazione, dichiarazione (scritta o orale) che prosegue ad una domanda, sollecitudine, critica o accusa.
-
απάντηση
noun feminineMi auguro che il Commissario possa occuparsene nella sua replica.
Ελπίζω ότι ο Επίτροπος θα είναι σε θέση να δώσει αυτή την απάντηση.
-
αντίγραφο
noun neuterAlla sinistra è la schifezza — la replica che ho comprato su eBay.
Στην αριστερή άκρη είναι ένα που είναι χάλια — ένα αντίγραφο που αγόρασα στο eBay.
-
επανάληψη
noun feminineNon ti preoccupare, Len, ci sono sempre le repliche.
Μην ανησυχείς, Λεν, το βάζουν συνέχεια σε επανάληψη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρεπλίκα
- κακέκτυπο
- αναπαραγωγή
- αντίρρηση
- εναντίωση
- ένσταση
- a. επανάληψη
- b. απάντηση - ανταπάντηση
- c. αντιλογία - αντίρρηση
- d. αντίγραφο - πιστή αναπαραγωγή
- e. επανάληψη - επαναληπτική παράσταση - ρεπλίκα (κιν. - θεατρ.)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " replica " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Replica
-
Επανέκθεση
Φράσεις παρόμοιες με "replica" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σύνολο ρεπλικών
-
πολιτική αναπαραγωγής
-
ρεπλίκα
-
μερική ρεπλίκα
-
Πρωτότυπο σχεδίασης
-
υπηρεσία αναπαραγωγής αρχείων
-
σκιώδης φάκελος
-
ανώνυμη ρέπλικα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη