Μετάφραση του "resilienza" σε Ελληνικά

Οι ελαστικότητα, επανατακτικότητα, επαναπροσαρμοστικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resilienza" σε Ελληνικά.

resilienza noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελαστικότητα

    noun feminine

    - eccellente resilienza e resistenza allo sfregamento;

    - εξαιρετική ελαστικότητα και αντοχή στην τριβή,

  • επανατακτικότητα

  • επαναπροσαρμοστικότητα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " resilienza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "resilienza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη