Μετάφραση του "retto" σε Ελληνικά

Οι ορθό, ευθεία, δίκαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "retto" σε Ελληνικά.

retto adjective noun verb masculine γραμματική

Di eccellenza morale.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθό

    noun neuter

    Il Patto dovrebbe spingere alla disciplina, dovrebbe essere un grande bastone che ci mantiene sulla retta via.

    Το Σύμφωνο πρέπει να προωθεί την πειθαρχία, πρέπει να μας υποχρεώνει με αυστηρότητα να παραμένουμε στον ορθό δρόμο.

  • ευθεία

    adjective feminine

    Dio è un cerchio la cui circonferenza è una linea retta.

    Ο Θεός είναι ένας κύκλος του οποίου η περιφέρεια είναι μια ευθεία.

  • δίκαιο

    noun

    Il mercato interno si regge su una moltitudine di contratti che rispondono a discipline nazionali diverse.

    Η εσωτερική αγορά βασίζεται σε πληθώρα συμβάσεων, που διέπονται από διάφορα εθνικά δίκαια συμβάσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρωκτός
    • δικαίωμα
    • ευθύς
    • Ορθό
    • απευθυσμένο
    • έντιμος
    • ηθικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " retto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "retto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ορθή γωνία
  • ακούω · παρακολουθώ · προσέχω
  • ορθή αναφορά
  • αμύνομαι · ανέχομαι · αντέχω · βαστώ · διαρκώ · διαχειρίζομαι · διευθύνω · εξουσιάζω · επιβιώνω · κρατάω · κρατώ · κυβερνώ
  • Γραμμή · αμοιβή · αποστράτευση · γραμμή · ευθεία · ευθεία γραμμή · συνταγή · σύνταξ
  • Αντιβασιλέας · αντιβασιλέας
  • κάμψη
  • Καρκίνος εντέρου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "retto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη