Μετάφραση του "revoca" σε Ελληνικά
Οι ακύρωση, ανάκληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "revoca" σε Ελληνικά.
revoca
noun
verb
feminine
γραμματική
Rimozione di una persona da un incarico o da una carica pubblica o privata.
-
ακύρωση
noun feminineLa persona lesa ha il diritto di esigere che l'Europol si astenga da un'azione o la revochi.
Ο ζημιωθείς δικαιούται να ζητήσει από την Europol την παράλειψη ή ακύρωση κάποιας πράξεως.
-
ανάκληση
noun feminineL’ufficio doganale di garanzia notifica la revoca al fideiussore e alla persona tenuta a fornire la garanzia.
Το τελωνείο εγγύησης κοινοποιεί την ανάκληση στον τριτεγγυητή και στο πρόσωπο που πρέπει να παράσχει την εγγύηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " revoca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "revoca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έλεγχος ανάκλησης πιστοποιητικού
-
πιστοποιητικό που έχει ανακληθεί
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη