Μετάφραση του "ricco" σε Ελληνικά

Οι πλούσιος, εύπορος, λεφτά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ricco" σε Ελληνικά.

ricco adjective noun masculine γραμματική

Uomo ricco, facoltoso. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούσιος

    adjective masculine

    Avente molto denaro e possedimenti. [..]

    I ricchi non sono sempre più felici dei poveri.

    Οι πλούσιοι δεν είναι πάντοτε πιο ευτυχισμένοι απ ́τους φτωχούς.

  • εύπορος

    adjective masculine

    Avente molto denaro e possedimenti.

    Mi ha assicurato che sarò un uomo ricco.

    Με διαβεβαίωσε ότι θα είμαι ένας εύπορος άνθρωπος.

  • λεφτά

    noun neuter

    Ma non dimentichi, sono solo persone molto ricche.

    Nα θυμάσαι, όμως, είvαι απλά άvθρωπoι με λεφτά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλούτος
    • πολύτιμος
    • παχύς
    • βαρύς
    • λιπαρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ricco " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ricco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ricco" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη