Μετάφραση του "ricerca" σε Ελληνικά
Οι έρευνα, αναζήτηση, ψάξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ricerca" σε Ελληνικά.
Investigazione, di solito intesa come scientifica, volta alla scoperta di nuovi fatti ed alla comprensione degli stessi.
-
έρευνα
noun feminineInvestigazione, di solito intesa come scientifica, volta alla scoperta di nuovi fatti ed alla comprensione degli stessi.
L'autore esprime la sua opinione sostenendola con ricerche accademiche.
Ο συγγραφέας διατυπώνει τη γνώμη του, στηρίζοντάς τη σε ακαδημαϊκή έρευνα.
-
αναζήτηση
noun feminineLa ricerca dei testamenti, in particolare quando sono stati redatti all'estero, costituisce un ostacolo a volte insormontabile.
Η αναζήτηση διαθηκών ιδιαίτερα όταν έχουν συνταχθεί στην αλλοδαπή, αποτελεί συχνά υπέρτατο εμπόδιο.
-
ψάξιμο
nounHo ricominciato con le ricerche quando abbiamo rotto, ed ho scoperto che Alison era ancora viva.
Ξανάρχισα το ψάξιμο όταν χωρίσαμε και γι'αυτό ήξερα ότι ακόμα ζει η'λισον.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ψάχνω
- έκθεση
- ερευνα
- επιφυλλίδα
- πραγματεία
- δοκίμιο
- επιστημονική έρευνα
- κάνω αναζήτηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ricerca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ricerca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έρευνα του διαστήματος · διαστημική έρευνα
-
Μηχανισμός Εντοπισμού Θυμάτων Χιονοστιβάδων
-
πεδίο αναζήτησης
-
Ινστιτούτο Εκπαιδεύσεως και Ερευνών του ΟΗΕ
-
φάκελος αναζήτησης
-
διδακτορικό δίπλωμα
-
Οδηγός αναζήτησης
-
Ερευνητικός σταθμός