Μετάφραση του "riflesso" σε Ελληνικά
Οι αντανάκλαση, αντανακλαστικό, ανακλαστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "riflesso" σε Ελληνικά.
riflesso
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Participio passato di riflettere.
-
αντανάκλαση
noun feminineHo tolto il riflesso e ho migliorato la faccia del passeggero.
Αφαίρεσα την αντανάκλαση και βελτίωσα το πρόσωπο του επιβάτη.
-
αντανακλαστικό
noun neuterIn questo modo, rischia una disfunzione del riflesso faringeo.
Tο αντανακλαστικό δεν λειτουργεί αρκετά καλά όταν είναι υπερφορτωμένο.
-
ανακλαστικό
Una perdita eventualmente subita rappresenta semplicemente un effetto riflesso.
Ενδεχόμενες ζημίες συνιστούν απλώς ανακλαστικό αποτέλεσμα.
-
ρεφλέξ
nounPer migliorare i riflessi il flipper è un eccellente esercizio.
Για το ρεφλέξ, το φλίμπερ ήταν εξαιρετική εξάσκηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " riflesso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "riflesso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κλασική εξάρτηση
-
ανακλασιμετρία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη