Μετάφραση του "rilevamento" σε Ελληνικά

Οι έρευνα, πραγματογνωμοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rilevamento" σε Ελληνικά.

rilevamento noun masculine γραμματική

Raccolta sistematica di dati e di informazioni per l'analisi o lo studio di un fenomeno.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρευνα

    noun feminine

    Entrambi acquisiscono informazioni sui fondali marini effettuando rilevamenti con ecoscandaglio multifascio.

    Αμφότερες αποκτούν γνώσεις για τον θαλάσσιο πυθμένα μέσω ερευνών με ηχοβολιστικά μηχανήματα πολλαπλών δεσμών.

  • πραγματογνωμοσύνη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rilevamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rilevamento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rilevamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη