Μετάφραση του "rimorchio" σε Ελληνικά

Το τροχόσπιτο είναι η μετάφραση του "rimorchio" σε Ελληνικά.

rimorchio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τροχόσπιτο

    Noun

    Questo significa che la ' fuori c' e ' un rimorchio pieno di benzina rubata?

    Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει εκεί έξω ένα τροχόσπιτο γεμάτο κλεμμένο καύσιμο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rimorchio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rimorchio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rimorchio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη