Μετάφραση του "rimpianto" σε Ελληνικά

Οι λύπη, νοσταλγία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rimpianto" σε Ελληνικά.

rimpianto adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λύπη

    noun feminine

    Vedere cio'che ero una volta mi ha riempito di rimpianti.

    Βλέποντας αυτο που ήμουν καποτε με γεμίζει με λύπη.

  • νοσταλγία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rimpianto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rimpianto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rimpianto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη