Μετάφραση του "rimpianto" σε Ελληνικά
Οι λύπη, νοσταλγία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rimpianto" σε Ελληνικά.
rimpianto
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
λύπη
noun feminineVedere cio'che ero una volta mi ha riempito di rimpianti.
Βλέποντας αυτο που ήμουν καποτε με γεμίζει με λύπη.
-
νοσταλγία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rimpianto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rimpianto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μετανιώνω · νοσταλγώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη