Μετάφραση του "riposare" σε Ελληνικά
Οι ξεκουράζομαι, αναπαύομαι, ανάπαυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "riposare" σε Ελληνικά.
Smettere di lavorare, muoversi o pensare per qualche tempo al fine di alleviare la fatica.
-
ξεκουράζομαι
verbSmettere di lavorare, muoversi o pensare per qualche tempo al fine di alleviare la fatica.
Significa che io mi riposo e lascio che veniate voi a cantare.
Αυτό σημαίνει ότι εγώ ξεκουράζομαι και σας αφήνω να τραγουδήσετε εσείς.
-
αναπαύομαι
verbSmettere di lavorare, muoversi o pensare per qualche tempo al fine di alleviare la fatica.
Veglia su di me mentre riposo. E salvami dal pericolo.
Πρόσεχέ με όσο αναπαύομαι και προστάτευσέ με από κινδύνους.
-
ανάπαυση
noun feminineLe interruzioni osservate a norma del presente articolo non possono essere considerate come riposo giornaliero.
Τα διαλείμματα που γίνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν θεωρούνται ως ημερήσια ανάπαυση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατακάθομα
- κατακαθίζω
- μισοκοιμάμαι
- κάνω διακοπές
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " riposare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "riposare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενθάδαι κείται
-
εβδομαδιαία ανάπαυση
-
σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
-
αναπαύσου εν ειρήνη
-
ακινησία · ανάπαυλα · ανάπαυση · αναπνοή · ημιανάπαυση · ξεκούραση · χαλάρωση · χρόνος ανάπαυσης
-
επαναπαύομαι στις δάφνες μου
-
πάγωμα των γαιών
-
αναπαυτικός