Μετάφραση του "riprova" σε Ελληνικά

Οι επαλήθευση, επιβεβαίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "riprova" σε Ελληνικά.

riprova noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαλήθευση

    noun
  • επιβεβαίωση

    noun

    Per questi motivi è indispensabile un'intensa vigilanza post autorizzazione a riprova della sicurezza dei nuovi prodotti senza CFC.

    Για τους λόγους αυτούς, σημαντικό ρόλο στην επιβεβαίωση της ασφάλειας νέων χωρίς CFC προϊόντων παίζει η εντατική μετεγκριτική επαγρύπνηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " riprova " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "riprova" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη