Μετάφραση του "risalto" σε Ελληνικά

Το προέκταση είναι η μετάφραση του "risalto" σε Ελληνικά.

risalto noun verb masculine γραμματική

Condizione di importanza e di rilievo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προέκταση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " risalto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "risalto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "risalto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη