Μετάφραση του "risalto" σε Ελληνικά
Το προέκταση είναι η μετάφραση του "risalto" σε Ελληνικά.
risalto
noun
verb
masculine
γραμματική
Condizione di importanza e di rilievo.
-
προέκταση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " risalto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "risalto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξέχω · ξεχωρίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη