Μετάφραση του "riservato" σε Ελληνικά

Οι εμπιστευτικός, διακριτικός, φυλαγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "riservato" σε Ελληνικά.

riservato adjective verb masculine γραμματική

Che tiene i propri pensieri e opinioni per sé stesso.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπιστευτικός

    adjective

    Il fascicolo personale dell’agente ha carattere riservato e può essere consultato soltanto negli uffici dell’amministrazione del Centro.

    Ο ατομικός φάκελος του υπαλλήλου είναι εμπιστευτικός και η ανάγνωσή του επιτρέπεται μόνο στα γραφεία της διοικήσεως.

  • διακριτικός

    adjective masculine

    Chiedero'alla polizia di parlare con lui, ma in modo riservato.

    Θα ζητήσω από την αστυνομία να του μιλήσει, αλλά διακριτικά.

  • φυλαγμένος

    particle
  • επιφυλακτικός

    Personalmente sono a favore dell'emendamento orale, mi riservo invece sulla relazione nel suo complesso.

    Προσωπικά τάσσομαι υπέρ της προφορικής αυτής τροπολογίας, αλλά είμαι κάτι παραπάνω από επιφυλακτικός όσον αφορά το σύνολο της έκθεσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " riservato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "riservato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "riservato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη