Μετάφραση του "ritagliare" σε Ελληνικά
Οι συνδετήρας, περικόπτω, περικοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ritagliare" σε Ελληνικά.
ritagliare
verb
γραμματική
Dividere qualcosa con l'aiuto di forbici. [..]
-
συνδετήρας
noun masculine -
περικόπτω
verbDa quali attività potrei ritagliare del tempo da dedicare al mio coniuge?
Ποιες δραστηριότητες θα μπορούσα να περικόψω ώστε να έχω περισσότερο χρόνο για το σύντροφό μου;
-
περικοπή
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ritagliare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ritagliare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άλμπουμ γραμματοσήμων
-
απομεινάρι · ρετάλι
-
κομμένος
-
ρετάλι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη