Μετάφραση του "rivolo" σε Ελληνικά

Οι ρυάκι, ποταμάκι, ρεματάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rivolo" σε Ελληνικά.

rivolo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρυάκι

    noun neuter
  • ποταμάκι

    noun neuter
  • ρεματάκι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rivolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rivolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη