Μετάφραση του "roaming" σε Ελληνικά
Το περιαγωγή είναι η μετάφραση του "roaming" σε Ελληνικά.
roaming
-
περιαγωγή
noun feminineGli operatori di reti mobili soddisfano tutte le richieste ragionevoli di accesso all’ingrosso al roaming.
Οι πάροχοι περιαγωγής δικτύων κινητών επικοινωνιών ικανοποιούν όλα τα εύλογα αιτήματα για πρόσβαση σε περιαγωγή χονδρικής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " roaming " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "roaming" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιθετικότητα περιαγωγής
-
Ψηφιακή περιαγωγή
-
Κλήσεις περιαγωγής
-
υπηρεσία περιαγωγής
-
περιαγωγή
-
κλειδί περιαγωγής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη