Μετάφραση του "rodaggio" σε Ελληνικά
Οι ροντάρισμα, στρώσιμο (μηχανής) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rodaggio" σε Ελληνικά.
rodaggio
noun
masculine
γραμματική
-
ροντάρισμα
Prima di essere sottoposti a rodaggio, i pneumatici devono presentare un battistrada con la massima profondità.
Τα ελαστικά πρέπει να έχουν πλήρες βάθος πέλματος πριν από το «ροντάρισμα».
-
στρώσιμο (μηχανής)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rodaggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη