Μετάφραση του "romancio" σε Ελληνικά

Το Ρομανσική είναι η μετάφραση του "romancio" σε Ελληνικά.

romancio adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρομανσική

    Ai tempi della Riforma protestante fu pubblicata la Bibbia in romancio, una lingua latina parlata in Engadina.

    Την περίοδο της Μεταρρύθμισης, η Αγία Γραφή εκδόθηκε στη ρομανσική, μια λατινογενή γλώσσα που μιλιέται στην Ενγκαντίν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " romancio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "romancio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη