Μετάφραση του "rombo" σε Ελληνικά

Οι ρόμβος, καλκάνι, ρομβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rombo" σε Ελληνικά.

rombo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρόμβος

    noun masculine

    Il rombo e la spigola adesso sono uguali?

    Ο ρόμβος και το λαβράκι τώρα γίναν και ίδια?

  • καλκάνι

    noun neuter

    Restrizioni applicabili alla pesca della passera artica e del rombo chiodato

    Περιορισμοί αλιείας όσον αφορά τη χωματίδα και το καλκάνι

  • ρομβος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ρόμβος
    • βροντή
    • βρόντος
    • βρόντημα
    • πλατύψαρο
    • ῥόμβος
    • κρότος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rombo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rombo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rombo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη