Μετάφραση του "rompersi" σε Ελληνικά
Οι χαλάω, διακοπή, καταρρέω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rompersi" σε Ελληνικά.
rompersi
verb
γραμματική
Smettere di funzionare in modo totale o parziale.
-
χαλάω
verbCi deve essere stata una collisione per rompersi così.
Έπρεπε να είχε μια σύγκρουση για να χαλάσει έτσι.
-
διακοπή
noun -
καταρρέω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παραδίνομαι
- αχρηστεύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rompersi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη