Μετάφραση του "rotto" σε Ελληνικά

Το σπασμένος είναι η μετάφραση του "rotto" σε Ελληνικά.

rotto adjective verb masculine γραμματική

Incapace di funzionare.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπασμένος

    adjective

    La biro è rotta.

    Ο στυλός είναι σπασμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rotto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rotto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαδρομή · δρόμος · πορεία
  • σπάζω τον πάγο · σπάω τον πάγο
  • Διόπτευση
  • αχρηστεύω · διακοπή · διακόπτω · διαλύω · κόβω · νευριάζω · σπάζω · σπάω · τερματίζω πρόωρα
  • άρχομαι · ανοίγω · αρχίζω · βάζω μπρος · πιάνω · σπάζω τον πάγο · σπάω τον πάγο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rotto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη