Μετάφραση του "roveto" σε Ελληνικά

Το βάτος είναι η μετάφραση του "roveto" σε Ελληνικά.

roveto noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάτος

    noun

    Un roveto era in fiamme, ma non si consumava.

    Μια βάτος είχε τυλιχτεί στις φλόγες, αλλά δεν κατακαιγόταν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " roveto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "roveto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη